γυλίσκος

γυλίσκος, , a
A fish (cf. γυλάριον,) Hsch. [full] γύλλινα· ἐρείσματα, γεῖσοι, Id.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γύλος — (julis). Γένος τελεοστέων ψαριών της οικογένειας των λαβριδών. Το σώμα τους είναι μακρουλό, πεπιεσμένο στις πλευρές και καλύπτεται από λέπια μεσαίου μεγέθους. Το κεφάλι είναι γυμνό, αρκετά ισχυρό, το στόμα μικρό και έχει χοντρά σαγόνια… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.